DE CRAVATAE (ΠΕΡΙ ΓΡΑΒΑΤΑΣ)

Ο Λουδοβίκος ΧΙΙΙ, οι Θεσπιείς και οι Μακ Λάουντς!

 Η ενδυματολογία, η μελέτη δηλαδή του ρούχου από ιστορική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, γεωγραφική και κατασκευαστική σκοπιά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας το ένδυμα δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε πρωτίστως για να προστατεύσει τον άνθρωπο από τα στοιχεία της φύσης. Ακόμα και στις εποχές, που η ποιότητα του ενδύματος έφερε κοινωνικές προεκτάσεις και διαχωρισμούς, η κύρια χρησιμότητά του παρέμεινε εκείνη της αρχικής σύλληψής του ως ιδέας. Η αναγκαιότητα της προστασίας. Υπάρχει όμως και ένα είδος ενδύματος, που η δημιουργία του όχι μόνο ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα, αλλά κατάφερε να επιβιώσει ως τις μέρες μας και όπως φαίνεται θα είναι εδώ για πολλά χρόνια. Αν μπει κανείς στο κόπο να “γκουγκλάρει” τον ορισμό της γραβάτας θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για ένα κομμάτι υφάσματος, το οποίο προορίζεται μόνο για διακοσμητικό σκοπό, χωρίς ουσιαστικό χρηστικό χαρακτήρα. Συνεχίζοντας την έρευνά του θα πληροφορηθεί, ότι η γραβάτα έγινε για πρώτη φορά fashion trend, όταν ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΧΙΙΙ κατά τη διάρκεια επιθεώρησης, εντυπωσιάστηκε από το κομμάτι υφάσματος που φορούσαν γύρω από το λαιμό τους οι Κροάτες μισθοφόροι του και από παραφθορά του ονόματός τους στη γλώσσα τους, hrvatska-hrvati (Κροατία-Κροάτες), πήρε το όνομά της η γραβάτα.

 Φόρα ένα καλοραμμένο ακριβό κοστούμι μόνο με πουκάμισο. Pas mal αλλά δεν παύεις να αποπνέεις μία απροσδιόριστη εσάνς μεγαλοτσιφλικά αγρότη, που μόλις τσέπωσε την επιδότηση και πάει να τα σπάσει στα local μπουζούκια. Σε πιο upgrade εκδοχή είσαι έτοιμος για Σπύρο Παπαδόπουλο. Πρόσθεσε την γραβάτα και αμέσως έχεις άλλο class. Το όλο σύνολο θα μπορούσε να λέγεται και Luka Modric. Ακριβό κοστούμι και γραβάτα. Χρηστικότητα και φινέτσα. Ουσία και στιλ.

 Oι 700 Θεσπιείς, ο Τσάβι, ο Ινιέστα και ο Μόντριτς αποτελούν τρανταχτά παραδείγματα μεγάλων αδικημένων της Ιστορίας. Οι πρώτοι, αν και θυσιάστηκαν εθελοντικά, καταγράφηκαν στο ανιστόρητο συλλογικό ασυνείδητο ως «δευτεράντζες», εξαιτίας της γκλαμουριάς που απέπνεαν οι 300 pro του Λεωνίδα, αλλά κυρίως λόγω της ανώτερης επικοινωνιακής πολιτικής (βλ. marketing, propaganda) των Σπαρτιατών. Οι άλλοι τρεις είχαν την ατυχία να παίξουν ποδόσφαιρο στην «εποχή του Κριστιάνο και του Μέσσι». Σε μία περίοδο, που το marketing είναι ουσιωδέστερο της ουσίας σε κάθε πτυχή της show biz (και ο αθλητισμός είναι πλέον πρωτίστως show biz), οι τρεις κοντορεβυθούληδες δεν είναι ούτε ευειδείς σαν τον Κριστιάνο ούτε λατινοαμερικάνοι (οι αιώνιοι Λακεδαιμόνιοι του ποδοσφαίρου) σαν το Λέο και ως εκ τούτου αντιτουριστικοί για το ποδοσφαιρικό marketing. Η θυσία και η ισότιμη θέση στην ιστορία των 700 δεν αφαιρεί τίποτα από τη δόξα των 300. Ομοίως η παρουσία των τριών κοντών στο βάθρο των κορυφαίων δεν αφαιρεί τίποτα από την ποιότητα και τη λάμψη των δύο άσπονδων φίλων. Δεν ξέρω όμως οι δυο τους πόσα από όσα κατάφεραν, θα τα είχαν επιτύχει χωρίς την παρουσία των άλλων τριών. Αν δε γεννήθηκες μετά το 2000, τότε σίγουρα θυμάσαι ποια ήταν η βαρύτητα της φανέλας της εθνικής ομάδας της Ισπανίας και της Μπαρσελόνα στην προ Τσάβι και Ινιέστα εποχή. Φτερό στον άνεμο. Ένα Ευρωπαϊκό το 1964 η furia roja και οι Καταλανοί είχαν κατακτήσει ένα τσου λου λιγότερο από την Πόρτο και την Μπενφίκα ή άλλως όσα και η Σέλτικ. Δηλαδή ένα. Και μετά ήρθαν ο Τσάβι και ο Ινιέστα και κατέκτησαν τα πάντα και πολλές φορές. Ομοίως αν τσεκάρει κανείς το ρόστερ των Κροατών του μουντιάλ της Γαλλίας το 1998, που έφτασε μέχρι τον ημιτελικό, θα διαπιστώσει ότι η χρυσή γενιά, που γεννήθηκε στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και σφυρηλατήθηκε στον εμφύλιο, διέθετε μάλλον πιο χαρισματικούς και ποιοτικούς ποδοσφαιριστές από εκείνους της next gen που έφτασαν στον τελικό του 2018 και δεν ξέρουμε που θα καταλήξουν στο Euro που παρακολουθούμε. Και ο άνθρωπος που κάνει τη μεγάλη διαφορά είναι ο μικρόσωμος Δαλματός. Ο χαφ της ψηφιακής εποχής. Εκείνος που έχει ενσωματωμένο στον εγκέφαλο του GPS, που του χαρίζει περιφερειακή όραση, αίσθηση χώρου και αντίληψη γηπέδου και συμπαικτών 360 μοιρών. Είμαι βέβαιος ότι αν μπορούσες να πατήσεις pause σε μία φάση και να τον ρωτήσεις που βρίσκονται ένας προς έναν οι συμπαίκτες και οι αντίπαλοί του θα σού απαντούσε με ποσοστό επιτυχίας Κιμ Γιονγκ Ουν. Και φυσικά τα πόδια του «ακούν» το μυαλό του, ώστε να μπορεί να αξιοποιήσει αυτό το χαρτογραφικό του χάρισμα. Ο Μόντριτς είναι ο συμπαίκτης που θα λατρέψεις. Ο λοχαγός που θα νιώσεις ασφάλεια στην πρώτη γραμμή. Δεν είναι τυχαίο ότι τα αποδυτήρια των Κροατών, που παραδοσιακά ο καθένας στο μυαλό του είναι ένας μικρός Πελέ, στα χρόνια του είναι σχεδόν παρθεναγωγείο. Δεν είναι σταρ, δεν είναι αστραφτερός, δεν επιδιώκει να γίνει πρωτοσέλιδο. Δεν αναλώνεται σε τραβηγμένες προσωπικές ενέργειες. Παίρνει περισσότερη χαρά με το να σού σερβίρει το γκολ παρά με το να το πετύχει ο ίδιος. Κι όταν αμύνεται τα 172 εκατοστά του είναι φορές που φαντάζουν ολόκληρο βουνό. Είναι ο τύπος, που στα 36 χρόνια του, η μενταλιτέ του είναι τέτοια, που ενώ έχει κερδίσει τέσσερα Τσ. Λιγκ και έχει παίξει τελικό Μουντιάλ, παρ’ όλα αυτά χτες με το σφύριγμα της λήξης έχει γονατίσει και σχεδόν κλαίει επειδή η εθνική ομάδα της πατρίδας του απλώς πέρασε στους 16 του Euro με μία δική του γκολάρα και μία ασίστ. Αν δεν μπορείς να εμπνευστείς από έναν τέτοιο ηγέτη, τότε δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο για να σε ωθήσει να δώσεις το κάτι παραπάνω.

 Παρά το γεγονός ότι χάρη στη λεβέντικη αμπαλοσύνη τους αλλά και επειδή μας χάρισαν μια κλωτσοπατινάδα με τους Εγγλέζους, που, τηρουμένων των αναλογιών της αυστηρότητας της UEFA, ίσως και να μπορούσε να σταθεί πλάι στο «Ιωνικός-Προοδευτική» (nooooot), οι «Μακ Λάουντς» μού είναι ιδιαίτερα συμπαθείς, δε θα ήθελα, όμως, να δω τον Λουκά να αποχωρεί από το Euro τόσο νωρίς, τόσο άδοξα. Δεν ξέρω αν τα πόδια του θα τον κρατήσουν, ώστε να σχεδιάσει κι άλλα Αούστερλιτς σαν το χτεσινό. Δεν ξέρω αν η γενιά του έφτασε στο πικ της στο Μουντιάλ του ΄18. Είμαι σίγουρος ότι ανυπομονώ να δω τι νέες αναλογικές εφαρμογές μπορεί να κρύβει ο ψηφιακός εγκέφαλός του Με ποια γραβάτα θα σκεφτεί να διακοσμήσει το αυστηρό κοστούμι του ποδοσφαίρου.

 ΥΓ. Τώρα που κατακάθισε ο άργιλος του Roland Garros και το Wimbledon βρίσκεται ante portas, ως άνθρωπος που έριξε τις πρώτες ρακετιές του στον Πανελλήνιο στα mid 80’s, νιώθω την ανάγκη να βγουν από μέσα μου τα εξής. Οι δημοσιογράφοι παραδοσιακά μεγαλοποιούν πράγματα και καταστάσεις. Το μπάσκετ στην Ελλάδα δεν το έφερε ο Γκάλης. Μπάσκετ στη χώρα μας υπήρχε και πριν τον τεράστιο «γκάνγκστερ». Πάντα σε επίπεδο δεύτερου σε δημοφιλία σπορ. Το ότι δεν ασχολούντο με το μπάσκετ οι αγαπημένοι «Σούλα» και «Μπάμπης» δε σημαίνει ότι οι υπόλοιποι φίλαθλοι το αγνοούσαν. Ομοίως δεν ανακαλύψαμε το τένις χάρη στον Τσιτσιπά. Ο «Μπάμπης» και η «Σούλα» το ανακάλυψαν. Μπορεί η Ελλάδα να μην έχει παράδοση στο τένις, αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει σεβαστό ποσοστό φιλάθλων που διαχρονικά παρακολουθεί το σπορ. Και κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει ο μύθος περί ελιτίστικου αθλήματος. Η επαγγελματική ενασχόληση με το ποδόσφαιρο είναι όντως για λίγους, γιατί πέραν του ταλέντου απαιτεί οικονομική καβάντζα. Η ερασιτεχνική, όμως, ενασχόληση τις τελευταίες δεκαετίες, δεν έχει μεγαλύτερο κόστος από όσο έχουν τα υπόλοιπα «λαϊκά» αθλήματα. Και τέλος, για όλους εμάς τους παλιούς το να ακούμε «καντήλια» στα ελληνικά σε τουρνουά γκραν σλαμ είναι πιο εξωτικό από το να δούμε Ιάπωνα με μαλλί άφρο αφάνα. Ηδονή.

  Άγγελος Καλαντζής  (The Last International Playboys)

  www.facebook.com/l.i.p.greece