Εντυπώσεις!
Δύο φίλοι του ιστότοπου γράφουν δυο λόγια για όσα βίωσαν το βράδυ της Παρασκευής 1 Απριλίου.
Η αλήθεια είναι πως όταν μου ζητήθηκε να γράψω αυτή την κριτική, δεν ήξερα από που να ξεκινήσω. Και αυτό γιατί πολλά έχουν συζητηθεί από την ώρα που ανακοινώθηκε αυτή η συναυλία. Είναι αυτοί οι Death ή δεν είναι; Είναι άλλη μία αρπαχτή ή όχι; Πώς θα είναι αυτός που θα μπει στα παπούτσια του Chuck; Η αλήθεια είναι μία. Πάντα θα υπάρχει κόσμος που θα γκρινιάζει και πάντα κάτι δεν θα του αρέσει. Ακόμα και αν ο Chuck ζούσε και ήταν εκεί, η συναυλία του ’98 θα ήταν καλύτερη. Οπότε, ας περάσουμε στην μουσική.
Η καθυστέρηση στο να ανοίξουν οι πόρτες δεν μας επέτρεψαν να δούμε τους Memorain, δυστυχώς. Ευελπιστούμε για μία άλλη φορά. Όταν καταφέραμε να μπούμε στον χώρο, οι Γερμανοί Obscura βρίσκονταν ήδη στην σκηνή. Με νέα μέλη στην σύνθεσή τους, η μπάντα φαίνεται να αποκτά όλο και μεγαλύτερο κοινό. Το τεχνικό τους παίξιμο αποδόθηκε με ακρίβεια και σίγουρα κέρδισαν την προσοχή του κόσμου, παρόλης της προσμονής για το τι θα επακολουθούσε. Μία μπάντα που σίγουρα έχουμε πολλά ακόμα να ακούσουμε.
Οι κουρτίνες κλείνουν και μισή ώρα μετά το κόκκινο logo των Death δεσπόζει σε μαύρο φόντο. Η μπάντα βγαίνει και οι πρώτες νότες του «Out of Touch» ακούγονται για να συνεχίσουν με «The Philosopher» και «Open Casket». Οι όποιες αμφιβολίες έχουν εξαφανιστεί και πλέον αυτό είναι ένα live που θα θυμόμαστε για πάντα. Τραγούδια από όλες τις κυκλοφορίες των Death, με ιδιαίτερη βαρύτητα στο «Individual Though Patterns» μια και αυτός είναι και ο τίτλος της περιοδείας. Η απόδοση όλων των τραγουδιών ήταν αρτιότατη και σχεδόν «στουντιακή». Οι μουσικοί έμοιαζαν να έχουν «κουμπώσει» μεταξύ τους και σαν να έπαιζαν μαζί χρόνια.
Συνέχεια με «Suicide Machine», «Overactive Imagination», «Destiny, Trapped in a Corner» και «Living Monstrosity». Στις πρώτες νότες του «Lack Of Comprehension» επικρατεί ένας χαμός ο οποίος θα κορυφωθεί λίγο αργότερα με τα «Symbolic» και «Spirit Crusher». Encore και «Zombie Ritual», «Baptized in Blood», «Crystal Mountain» και κλείνοντας (τι άλλο) «Pull the Plug».
Σε χρέη frontman ο «χίπης» Steve DiGiorgio, μιλούσε με το κοινό και προλόγιζε τα τραγούδια. Ο αδυνατισμένος πλέον Gene Hoglan αποδεικνύει για μία ακόμα φορά πως είναι cyborg με το παίξιμό του. Μαζί με τον Bobby Koelble, από το line-up του «Symbolic», το τρίο με πρώην μέλη των Death είχε ολοκληρωθεί.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στον Max Phelps. Ο ρόλος που καλείται να παίξει στην μπάντα αυτή δεν είναι εύκολος. Οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες και σίγουρα θα βγαίνει πάντα χαμένος. Ο Max όμως ανταπεξήλθε και απέδωσε άριστα το υλικό των Death, τόσο στα φωνητικά όσο και στην κιθάρα. Με στήσιμο ίδιο με του Chuck, χωρίς να μιλήσει ούτε μία φορά και με την Stealth ανά χείρας πέρασε από όλη την δισκογραφία σαν να έπαιζε τα τραγούδια αυτά από πάντα.
Η αλήθεια παραμένει πως αυτοί δεν ήταν οι Death. Και όλοι οι μουσικοί που έχουν περάσει από την μπάντα να παρελάσουν στην σκηνή, χωρίς των Chuck, death δεν θα είναι. Σαν να λέμε Motorhead χωρίς τον Lemmy. Και οι ίδιοι ποτέ δεν ισχυρίστηκαν κάτι άλλο. Κάτι ανάμεσα σε tribute μπάντα και την κανονική, οι Death (DTA Tours) έπαιξαν τραγούδια που κανένας άλλος δεν θα ακουμπήσει και ποτέ δεν θα σου δοθεί η ευκαιρία να τα ξανακούσεις ζωντανά. Και αυτοί μας έδωσαν ξανά, μετά από 18 χρόνια, το μεγαλείο της μουσικής των Death.
Για τον ήχο του Fuzz να μην τα λέμε συνέχεια, είναι γραφικό πλέον. Να σημειωθεί πως λίγες μέρες πριν πέθανε και ο Scott Clendenin, μπασίστας της μπάντας από το 1996 έως το 2001.
Συγκινητική η στιγμή του ανκόρ, που πριν ξαναβγεί η μπάντα, η φωνή του Chuck ακούγεται από το P.A. I close my eyes/and sink within myself/relive the gift of precious memories…
Γιάννης Λογγοβίτης
Τελευταία και μοναδική φορά που είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε εδώ στην Ελλάδα την μπάντα συνώνυμο (μεταφορικά και κυριολεκτικά) του Death Metal ήχου ήταν στην περιοδεία για τον τελευταίο (όπως αποδείχτηκε) δίσκο του συγκροτήματος «Sound of Perseverance» του 1998. Μετά από τρία χρόνια ο εξαιρετικά ταλαντούχος και ευφυέστατος μουσικός, στυλοβάτης και ψυχή των Death, Chuck Schuldiner χάνεται από την ζωή σε ηλικία 34 ετών βυθίζοντας σε πένθος τους φίλους της μουσικής. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το τι θα μπορούσε να προσφέρει ο Chuck αν ζούσε καθότι απρόβλεπτος, πολυσχιδής και αυθεντικά προοδευτικός. Επιπλέον πάντα θα υπήρχε από τους οπαδούς η καχυποψία σχετικά με την διαχείριση του ονόματος τόσο σε επίπεδο δικαιωμάτων δισκογραφίας όσο και σε επίπεδο κινήσεων από τους μουσικούς που ο Chuck είχε στο παρελθόν συνεργαστεί. Οι Death DTA (Death To All) υφίστανται κατά μια έννοια από το 2012 όταν το Sick Drummer Magazine σε συνεργασία με την οικογένεια του Chuck προχωρήσαν σε μια μικρή περιοδεία με την συμμετοχή πρώην μουσικών του συγκροτήματος. Έκτοτε οι Death DTA συνεχίζουν με διάφορες αλλαγές στη σύνθεσή τους χωρίς όμως ποτέ να μπήκαν σε αυστηρό συναυλιακό πρόγραμμα. Την Παρασκευή το βράδυ βρεθήκαμε στο Fuzz όχι για να κάνουμε μνημόσυνο αλλά για να γιορτάσουμε τον μουσικό πλούτο που άφησε πίσω του ο Chuck και που πάντα θα επηρεάζει νέα συγκροτήματα, θα συναρπάζει τους απανταχού μεταλλοκέφαλους και θα αποτελεί τροφή για σκέψη και καύσιμο για την διασκέδαση. Και πράγματι, δεν πέσαμε έξω. Διάχυτος ενθουσιασμός καθώς η μια κομματάρα διαδεχόταν την άλλη, στιγμές πόρωσης, συγκίνησης, θαυμασμού, στιγμές μοναδικές όχι από οποιαδήποτε tribute μπάντα αλλά από μουσικούς που εμπιστεύτηκε ο Chuck, που συνδράμανε στη μουσική του που ο καθένας έχει την προσωπική του πορεία στη μουσική. Το σετ, διάρκειας δύο ωρών περίπου, ήταν αρκετά προσεγμένο καλύπτοντας όλη την δισκογραφία με κορυφές κατά την προσωπική άποψη τα “Suicide Machine” (κόλαση), “Spirit Crusher” (μάθε μπαλίτσα αγόρι μου), “Open Casket” (προσωπική αδυναμία), “Symbolic” (το ζήταγε ο κόσμος από το ξεκίνημα), “The Philosopher” (τι δεν καταλαβαίνεις;), “Zombie Ritual” (αούααααα), “Crystal Mountain” (οι αναμνήσεις δεν έχουνε τέλος), “Lliving Monstrosity” (αγαπημένη κομματάρα από ένα δίσκο λατρεία), “Pull The Plug” (δεν περιγράφω άλλο). Ο Bobby Koelble σταθερός, επαρκής, όργωνε τη σκηνή παίζοντας μερικά από τα πιο επιδραστικά riffs στην ιστορία του ακραίου ήχου! Ο Gene Hoglan το ένα από τα δύο μεγάλα ονόματα της βραδιάς, άνετος, σαρωτικός, τεχνικός και ακραίος συνάμα, μια μορφή των τυμπάνων, η συνεργασία με τον Chuck – μια συνεργασία που είχε πολλά οφέλη και για τις δύο πλευρές. Για τον Steve DiGiorgio τι να πει κανείς; μπαντάνα, διχαλωτό μούσι, σανδάλια, ένα εξάχορδο άταστο (που εναλλασσόταν με ένα πιο «παραδοσιακό» στα παλιότερα κομμάτια) και παίξιμο από άλλη διάσταση. Πέρα από τα σούπερ τεχνικά σημεία των τελευταίων δίσκων, θυμηθείτε πώς πήγαινε το δεξί του χέρι στο living monstrosity (και όχι μόνο)! Ειδική μνεία για τον Max Phelps που είχε τον δύσκολο ρόλο (που θα τον χαρακτήριζα mission impossible!) να παίξει τα διόλου εύκολα θέματα του Chuck στην κιθάρα και συνάμα να τραγουδήσει συγκεντρώνοντας τα βλέμματα όλων πάνω του, αναγκαζόμενος να εκτίθεται σε σκληρή κριτική για το οποιαδήποτε σφάλμα ή ατόπημα ή και μόνο επειδή τολμά αυτός ο άγνωστος σχετικά νεαρός να μπαίνει στα παπούτσια του Chuck. Ο Max με κέρδισε. Όχι μόνο επειδή η απόδοσή του κυμαινόταν σε υψηλά επίπεδα σε κιθάρα και φωνητικά αλλά επειδή φαινόταν με πόσο σεβασμό και σεμνότητα αντιμετώπιζε το ρόλο που του ανατέθηκε. Νομίζω ότι ο εν λόγω κύριος θα μας απασχολήσει περισσότερο στο μέλλον. Ο ήχος είχε όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μουσικών (πχ σ΄ αρέσει δεν σ΄ αρέσει ο Hoglan έτσι το γουστάρει το ταμπούρο), στον εξώστη ακούγονταν όλα στην εντέλεια ενώ για κάτω υπήρχαν κάποια παράπονα για τον ήχο στα σόλα που μερικές φορές δεν ακούγονταν. Κατά τ’ άλλα ο κόσμος πολύς και ενθουσιώδης, ποικιλία στις ηλικίες, ποικιλία και στις προτιμήσεις. Όλα ωραία! Σ’ ευχαριστούμε Chuck!
Οι Obscura εστίασαν στο νέο τους δίσκο με τίτλο Akroasis αποδίδοντας εξαιρετικά το υλικό τους με ήχο σε ικανοποιητικά επίπεδα. Η υποδοχή του κόσμου ήταν θερμή και είμαι σίγουρος ότι κάνανε αρκετούς νέους οπαδούς. Το ιδιαίτερο prog death τους με τις ατμοσφαιρικές πινελιές έπεισε και ζέστανε το απαιτητικό κοινό της Μπάντας που θα ακολουθούσε.
Kanaris
Οι φωτογραφία του θέματος είναι του Λευτέρη Τσουρέα και αποτελεί ευγενική παραχώρηση του RockHard.gr.











