header image
Αρχική
Τη θυμάσαι;
ΤΗ ΘΥΜΑΣΑΙ; 

 «Τη θυμάσαι;» Αυτό ρώτησε ο Μήτσος ο Ρούσαλης τον Αντώνη τον Ζάγκουρα, ας τους ονομάσουμε έτσι από τους χαρακτήρες του Μινόρε της Αυγής, καθώς και στους δύο αρέσει η παλιά αυτή σειρά και όσο να ’ναι, μια αρχοντιά και μαγκιά στη συμπεριφορά τους τη βγάζουν.

 Γκριζαρισμένοι μεν και οι δύο, αλλά με μια ποσότητα τριχωτού στα κεφάλια τους που να δικαιολογεί ακόμα μια μακριά κώμη, έπιναν τα ποτά τους σε ένα ροκάδικο και όχι σε ρεμπετάδικο.  

«Ποια λες;» έδωσε συνέχεια ο Αντώνης.

 «Εκείνη δίπλα από την κολώνα. Δε σου θυμίζει καμία;»

 Ο Ζάγκουρας την κοίταξε με τρόπο. «Όχι».

 «Είναι η Σούλα, η αδερφή της Χαράς από το Κουκάκι. Θυμήθηκες τώρα;»

 Μήπως του ήταν και εύκολο να θυμηθεί; Κοντά δεκαοχτώ χρόνια είχαν περάσει από τότε που οι δυο κοπέλες αποτελούσαν τον ευσεβή πόθο κάθε μεταλλά της συνοικίας και των περιχώρων της. Ο ίδιος δε σύχναζε και πολύ εκεί, αλλά τη θυμήθηκε.

Φαινόταν να έχει έρθει μόνη στο μαγαζί. Κρατούσε το ποτό της και όση ώρα βρίσκονταν και οι δύο φίλοι εκεί άλλαξε τρεις τέσσερις θέσεις. Μη βιαστείτε να παρεξηγήσετε, δεν υπήρχε τίποτα το πρόστυχο στη συμπεριφορά της, απλά φαινόταν να αναζητά μια παρέα.

 Αυτό που έκανε εντύπωση στον Αντώνη και τον Μήτσο ήταν η στάση των νεαρότερων γυναικών που διασκέδαζαν στον ίδιο χώρο. Την κοιτούσαν υποτιμητικά, όχι ανταγωνιστικά και με τα βλέμματά τους οριοθετούσαν το χώρο που της επέτρεπαν να κινηθεί. Έτσι τουλάχιστον καταλάβαιναν οι δυο τους.

 Σαν ήταν πιο νέα, αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ και τώρα υπήρχαν κάποιες μικρότερες που με τον τρόπο τους τη μείωναν. Οι ίδιες μέσα στην υπερβολή του βαψίματος εξαφάνιζαν όλη αυτή τη φρεσκάδα του προσώπου τους που σε λίγα χρόνια θα προσπαθούσαν να επαναφέρουν με χημικούς τρόπους.

 Τη φαρμακερή ματιά που δέχτηκε η Σούλα από την εκκολαπτόμενη μοντέλα, όταν πλησίασε στον πάγκο για ένα δεύτερο ποτό, δεν την πρόσεξαν μόνο οι δυο τους, ακριβώς όμως επειδή αυτοί είναι φίλοι, συντονίστηκαν. Πλησίασαν ανάμεσα στην σχεδόν συνομήλική τους και τη γεμάτη έπαρση πιτσιρίκα και ο Μήτσος έβγαλε δυο πενηντάρικα από το πορτοφόλι του.

 «Τα δικά μας και όσα βγαίνουν ακόμα και θελήσει να πιει η κοπέλα», είπε στη μπαργούμαν και έκαναν να φύγουν. Η μικρή γούρλωσε τα μάτια και η Σούλα τους άρπαξε από τα μπράτσα.

 «Σας θυμάμαι, δεν κάναμε παρέα, αλλά σας θυμάμαι!»

 «Το ίδιο και ’μεις. Μην παρεξηγείς, το ποτό είναι χρωστούμενο από τότε που σε κοιτάζαμε, αλλά δε μας περίσσευαν για να σε κεράσουμε. Καλά να περάσεις», είπαν και χαμογέλασαν.

 Το πρόσωπο της Σούλας πλέον έλαμπε και δεν αισθανόταν καμία ανάγκη να μιλήσει με κάποιον.

 «Μες την Αθήνα ξενυχτώ/ για σένανε μικρό μου», ξεκίνησε ο Μήτσος «και κάθε μέρα εγώ για σε, βρε αμάν, αμάν/ βρίσκω το διάβολό μου», συνέχισε μαζί του ο Αντώνης. Δεινοί μπάγλαμερ και οι δυο τους.

 
< Προηγ.   Επόμ. >