EOGHAN LYNG

“George Harrison in the 1970s” (Sonicbond)

 Είναι προφανές. Και μόνο που σκέφτεστε την πιθανότητα να διαβάσετε ένα βιβλίο για τον σπουδαίο αυτό μουσικό η διάθεση σας βελτιώνεται. Έχετε ακούσει τα τραγούδια του, έχετε προσέξει τις εκφράσεις του, ξέρετε ότι και η παρουσιαζόμενη μελέτη δεν μπορεί να ξεφεύγει από τα πλαίσια της ευγένειας που εκείνος ενέπνεε.
 Η συγκεκριμένη δεκαετία είναι αυτή που ενδιαφέρει πολύ τους θαυμαστές του, καθώς τότε οι δίσκοι του διέγραψαν μια καμπύλη που σε άλλους ομότεχνούς του θα είχε προξενήσει σπασμωδικές κινήσεις, όχι όμως και σε εκείνον. Προτιμώντας τη θαλπωρή του σπιτιού του από τις περιοδείες και την ενασχόληση με την κηπουρική είχε τον χρόνο να προετοιμάζει αβίαστα τα επόμενα, απολύτως αντιπροσωπευτικά των διαθέσεών του βήματα. Η πατρότητα, επίσης, του απέδιδε έναν ρόλο που με μεγάλη ευχαρίστηση αποδεχόταν, έστω και αν μέχρι τη Δευτέρα δημοτικού ο γιος του δεν ήξερε ότι ο μπαμπάς του ήταν μέλος των Beatles.
 Βεβαίως, δεν παρέλειπε να επαναλαμβάνει τα μάντρα του ινδουισμού και να κάνει διαλογισμό, πράγματα που του προσέδιδαν τη χαρακτηριστική ηρεμία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αδερφή του δηλώνει ότι εκείνος πάντοτε διατηρούσε ένα σοβαρό ενδιαφέρον για τη θρησκεία, ενώ η σχέση του με την Ινδία και τον Ραβί Σανκάρ ήταν ρυθμιστική των επιλογών του.
 Ο τελευταίος δεν ήταν σίγουρα ο μόνος που εκτιμούσε τον Χάρισον ως άνθρωπο και ως μουσικό. Δεν εντοπίζεται κανένας που να είχε προβληματική σχέση μαζί του σε ηχογραφήσεις, φρόντιζε να δίνει στους συνεργάτες του την άνεση να προσθέτουν τα δικά τους χαρακτηριστικά στα κομμάτια του. Κιθαρίστας με ιδιαίτερο ύφος και συνθέτης που έκανε τον Ρίνγκο να πει «Είχα τρία ακόρντα, μου έδωσε τέσσερα ακόμη και όλοι νόμιζαν ότι ήμουν διάνοια» τύγχανε αβίαστου σεβασμού.
 Στο βιβλίο κατά το αναμενόμενο αναλύονται και οι σχέσεις του με τους υπόλοιπους Beatles, κατά κάποιον τρόπο παρουσιάζεται εκ του παραλλήλου η πορεία τους, που -επιτέλους ας γίνει αντιληπτό- δεν ήταν τόσο ξεχωριστή όσο κάποιοι αδαείς θέλουν να πιστεύουν. Ίσως μάλιστα να υποθέσετε ότι ο συγγραφέας κρατά το μοτίβο μιας πιθανής επανασύνδεσής τους σε όλη τη διάρκεια της μελέτης του και στο μεταξύ υπάρχουν πάντοτε όμορφες στιγμές τους που θα χαρείτε να πληροφορηθείτε.
 Ο Χάρισον ταλαιπωρήθηκε από δικαστικές διαμάχες και ίσως εκεί να ήταν η μόνη φορά που ανέβασε τους τόνους. Εξαντλήθηκε, γιατί ήθελε να μπορεί να συνεχίζει απρόσκοπτα τις δικές ασχολίες. Διαχειρίστηκε ένα διαζύγιο, το πένθος του πατέρα του και του αδερφικού του συνεργάτη και κατόρθωνε να μετουσιώνει τα συναισθήματά του σε μοναδικά μελωδικά κομψοτεχνήματα. Ακόμη και αν στέκεστε με περίσκεψη απέναντι στο πιο φευγάτο υλικό του, θα συμφωνήσετε ότι φίλτραρε με μοναδικό τρόπο το ύφος του στα ευσύνοπτα ποπ κομμάτια του.
 Και φυσικά, αν είστε ευγνώμονες σε αυτόν για τη μουσική που πρόσφερε, σίγουρα θα είστε το ίδιο ευγνώμονες για την ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο, η οποία έδωσε το καταπληκτικό “Life of Brian”. Οι σχέσεις του με τους Monty Python είναι άλλη μια πλευρά που αναλύεται, οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα.
 Μην το σκέφτεστε, σε μια εποχή που καθετί κραυγαλέο λογίζεται ως πρωτοποριακό, η ανάμνηση του Χάρισον λειτουργεί τόσο κατευναστικά. Το βιβλίο είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να αναπροσαρμόσετε τα κριτήριά σας προς το καλύτερο.