CHRIS SUTTON

“Decades – Black Sabbath in the 1970s” (Sonicbond)

 Είναι χρήσιμη μια ακόμη βιογραφία των Black Sabbath; Υπάρχει κάποια ιστορία που δεν έχει ειπωθεί ξανά και ξανά; Θα πρέπει, όταν μιλάμε για αυτό το συγκρότημα, να αναφερόμαστε πάντα στην δεκαετία του ’70; Είναι πιο σημαντικές τέτοιου είδους εκδόσεις σε σχέση με τις βιογραφίες των μελών; Αυτά τα ερωτήματα, αγαπητέ αναγνώστη, θα απαντηθούν στη συνέχεια.
 Το παρουσιαζόμενο βιβλίο περιέχει πληθώρα πληροφοριών για τη ζωή και το έργο των Sabbath κατά τη συγκεκριμένη δεκαετία, από το ταπεινό τους ξεκίνημα και τα μουσικά μονοπάτια πριν τη δημιουργία τους μέχρι και την διάλυση της πρώτης τους σύνθεσης μετά το “Never Say Die”. O συγγραφέας, δεδομένου του ότι δεν υπάρχουν πολλές συνεντεύξεις τους από εκείνη την περίοδο, έχει βασιστεί πολλές φορές στις βιογραφίες και πρόσφατες συνεντεύξεις των μελών, προκειμένου να ανασυστήσει το τι συνέβαινε εκείνη την περίοδο.
 Έχει, όμως, έρθει και σε επαφή με άτομα που δούλευαν στα στούντιο όπου ηχογραφούσαν οι Sabbath, πρώην μάνατζερ, διοργανωτές συναυλιών κ.ά., ώστε να υπάρχει μία σαφέστερη εικόνα σε συνδυασμό με τις θολές αναμνήσεις της τετράδας από το Μπέρμιγχαμ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κομμάτι με τα «αναμνηστικά» που ο οίκος Sheffield Auction Gallery θα δημοπρατούσε το 2016. Διάφορα αντικείμενα είχαν βρεθεί σε μία αποθήκη στα Docklands του Λονδίνου και διασώθηκαν πριν αυτή κατεδαφιστεί. Η αποθήκη άνηκε στην οικογένεια Osbourne και προφανώς αποσύρθηκαν από την δημοπρασία. Προτού όμως αποσυρθούν, πολλά από αυτά είδαν το φως της δημοσιότητας και περιέχονται στο βιβλίο αυτό, δίνοντας μια πλουσιότερη εικόνα εκείνης της περιόδου.
 Η δομή του βιβλίου παραμένει η ίδια με αυτά της υπόλοιπης σειράς “Decades”: η ηχογράφηση του άλμπουμ, η περιοδεία για την προώθησή του, η δημιουργία του επόμενου κ.ο.κ. Ακολουθεί η ανάλυση κάθε τραγουδιού καθώς και οι επανεκδόσεις, οι εκδοχές με νέο mastering, τα πρόσθετα κομμάτια. Επίσης, υπάρχουν αναλύσεις από τους παραγωγούς για τα εφέ και τεχνικές που έχουν χρησιμοποιηθεί στις ηχογραφήσεις.
 Εδώ εντοπίζεται και η όποια ένσταση σχετικά με την όλη, σίγουρα εμπεριστατωμένη, εργασία. Η ιστορία για την έμπνευση και συγγραφή του κάθε τραγουδιού έχει ενδιαφέρον, αλλά η υπερβολική ανάλυση (σε ποιο δευτερόλεπτο μπαίνει το κύριο ριφ και σε ποιο το σόλο σε κάθε τραγούδι, ποια δομή έχει το κάθε κουπλέ και πως χρησιμοποιείται το ρεφραίν) είναι κάτι που αφενός κουράζει να το διαβάζεις για οχτώ ολόκληρα άλμπουμ και αφετέρου, αν κάποιος χρειαζόταν αυτή την πληροφορία θα μπορούσε κάλλιστα να κοιτάξει οποιοδήποτε μέσο αναπαραγωγής ήχου του είναι πρόχειρο εκείνη τη στιγμή.
 Στο βιβλίο πάντως αναφέρονται πολλές καλές ιστορίες και, αν είστε οπαδός και έχετε βαρεθεί να διαβάζετε συνέχεια για τα κομμένα δάχτυλα του Iommi και το μουσάκι του Butler, τότε αυτό είναι για εσάς, ακόμη και αν ως πιστοί ακροατές θελήσετε να προσπεράσετε μερικές παραγράφους.

   Γιάννης Λογγοβίτης