JOHN BANVILLE

«Η κυρία Όσμοντ» (Καστανιώτη)

Ως άσκηση ύφους, και όχι παρωδία, το εγχείρημα θα ηχούσε ματαιόδοξο. Ποιος θα θεωρούσε εαυτόν ικανό να δώσει συνέχεια σε ένα μυθιστόρημα του Χένρυ Τζέημς χωρίς αυτομάτως να καταστήσει την όποια σύγκριση αρνητική εις βάρος του τολμητία; Κι όμως, ενώ στην Ιστορία της λογοτεχνίας σημειώνονται παρόμοιες επεκτάσεις, λίγοι είναι εκείνοι που στάθηκαν αξιοπρεπώς στην πρόκληση και προφανώς οι ίδιοι που είχαν αφομοιώσει μέχρι μυελού το ύφος και τις τεχνικές του συγγραφέα στα ίχνη του οποίου έπρεπε να βαδίσουν. Και μάλλον σε όχι μεγάλης έκτασης κείμενα. Προσέξτε, δεν μιλάμε για τη φτηνή εκλογίκευση μιας προσωπικής, δήθεν νεωτερικής θέασης ενός μεγάλου δημιουργού από έναν κατοπινό, δεν πρόκειται για βολική ανάπλαση και ερμηνεία. Ο ιρλανδός συγγραφέας σίγουρα ήξερε με τι είχε να αναμετρηθεί όταν αποφάσιζε να συνεχίσει «Το πορτρέτο μιας κυρίας». Η τελειότητα με την οποία το ολοκλήρωσε καθιστά την προσοχή με την οποία είχε προετοιμαστεί εντυπωσιακή.